Ούτε στο 70% των δυνατοτήτων του ο Θρύλος, αλλά κάνει πλάκα στην Ελλάδα.
Ο Ολυμπιακός ακόμα ψάχνεται. Βρίσκεται, όμως, στο +6 και στο +7 από την ΑΕΚ και τον ΠΑΟΚ, που αυτοχαρακτηρίστηκαν φαβορί για τον τίτλο στο ξεκίνημα της σεζόν. Και κάπου εδώ ξεκινούν οι μεγάλες αλήθειες. Για όποιον σκέφτεται καθαρά και βλέπει μακριά.
Πέρα από το αμιγώς αγωνιστικό, δηλαδή τη μεγάλη διαφορά ποιότητας σε επίπεδο ρόστερ, υπάρχει κι άλλος λόγος, για τον οποίο η ομάδα του Πειραιά έχει ξεφύγει τόσο πολύ από τους εν Ελλάδι αντιπάλους της. Είναι η νοοτροπία. Κλασικός όρος όταν η κουβέντα πηγαίνει στην μπάλα. Μόνο που δε χρησιμοποιείται πάντα σωστά. Ή τέλος πάντων δεν έχει πάντοτε την ίδια ισχύ.
Γιατί ο Ολυμπιακός είναι πολύ μπροστά σε θέμα νοοτροπίας; Η απάντηση δεν κρύβεται μόνο στον μικρόκοσμο του ποδοσφαιρικού τμήματος, αλλά αφορά όλο τον οργανισμό. Αγγίζει ακόμα και την ερυθρόλευκη κοινή γνώμη.
Και τι δεν έχουν ακούσει οι πρωταθλητές τους τελευταίους έξι μήνες. Από τον τελικό του Κυπέλλου κι έπειτα. Προσέξτε, αφού κατέκτησαν το 46ο με τεράστια διαφορά. Έναν τίτλο στολισμένο με πεντάρες και τεσσάρες στα ντέρμπι. Κι όμως, η κριτική δεν σταμάτησε ποτέ.
Κάποιοι θα το πουν αχαριστία. Για εμένα είναι το DNA του Ολυμπιακού. Αυτή η χρήσιμη πλευρά του ανικανοποίητου.
Τη στιγμή, δηλαδή, που ο Θρύλος βρίσκεται μέσα σε όλους τους στόχους του και από τη 10η κιόλας αγωνιστική χτίζει μεγάλη διαφορά από τους συνδιεκδικητες του τίτλου, ο Μαρτίνς και οι παίκτες βρίσκονται στο επίκεντρο της κριτικής.
Και αυτό δε γίνεται από αχαριστία, αλλά είναι αποτέλεσμα των μεγάλων προσδοκιών που αυτή η ομάδα έχει γεννήσει τα τελευταία τρία χρόνια. Ο Πέδρο μας καλόμαθε και περιμένουμε περισσότερα. Όπως μας καλόμαθε ο Μαντί και όλα τα παιδιά, που ακόμα ψάχνουν τον πραγματικό εαυτό τους.
Ακόμα κι έτσι, όμως, με τον Βατσλίκ να κάνει δώρο το πρώτο γκολ, τον Σωκράτη να εκτίθεται από τον Αραούχο, τον Μαντί να είναι παρατεταμένα εκτός ρυθμού, τον Ονιεκούρου στον… κόσμο του, ο Θρύλος έκανε αυτό που έπρεπε στο ΟΑΚΑ. Και τα κατάφερε διότι έχει πραγματικά το καλύτερο ρόστερ. Κι ας βρίσκεται αυτή η ομάδα στο 70% των πραγματικών δυνατοτήτων της.
Όταν κάποιοι μιλούσαν πέρυσι για τον φοβερό και τρομερό Λιβάι Γκαρσία και τον χαρακτήριζαν κορυφαίο εξτρέμ του πρωταθλήματος, ο Μασούρας έβαζε 15 γκολ και μοίραζε 7 ασίστ. Όταν οι ίδιοι επιμένουν για τον επίσης φοβερό και τρομερό Τσούμπερ, χαρακτηρίζοντας τον ως τον καλύτερο χαφ του πρωταθλήματος, βλέπουν τον 20χρονο Αγκιμπού να κάνει ό,τι θέλει στο ΟΑΚΑ.
Στον Ολυμπιακό, όμως, ακόμα και ο Ελ Αραμπί των 67 γκολ σε λιγότερο από δυόμισι χρόνια, δέχεται κριτική. Και αυτό περνάει σε όλη την ομάδα. Ότι οι απαιτήσεις είναι τεράστιες και όποιος έχει διάθεση για δικαιολογία, καλύτερα να μείνει σπίτι του.
Από την άλλη, στην ΑΕΚ λειτουργούν πρωτίστως χτίζοντας δικαιολογίες, για να μην αγγίξουν το αφήγημα του «φοβερού και τρομερού» ρόστερ.
Το κεφάλαιο «δικαιολογίες» δεν αφορά μόνο την ΑΕΚ. Τα ίδια κάνουν και στον ΠΑΟΚ, τα ίδια και στον Παναθηναϊκό κάποτε που είχαν ομάδα ικανή να θεωρηθεί διεκδικήτρια τίτλου. Και κάπως έτσι, με δουλειά, επενδύσεις, παθήματα που έγιναν μαθήματα και βέβαια με πραγματική στήριξη από τον λαό του, ο Ολυμπιακός βρίσκεται μπροστά στην πρόκληση του 22ου πρωταθλήματος τα τελευταία 26 χρόνια.
